Hub independent de cultură urbană și literatură

CĂLIN DENGEL (GR)

Ποιήματα που ετοιμάστηκαν για το 9ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Πάτρας, 2026 και αποτελούν μέρος του επερχόμενου τόμου ποίησης.
Τα ποιήματα μεταφράζονται από τα ελληνικά από την κα Άντζελα Μπράτσου.

Η θάλασσα είναι μία

Οι κυματισμοί είναι πελαγικές φράσεις
που η πλώρη τις τέμνει σε προτάσεις άνισες,
αφήνοντας το νόημα στον άνεμο,
που μας επέσπευσε στο ταξίδι.
Οι αλμυρές σταγόνες είναι τα γράμματα και τα σημεία στίξης
που ξέφυγαν από τη ναυτική ορθοέπεια·
στεγνώνουν στα μαλλιά και στο πρόσωπό μας,
μας τσούζουν τα μάτια και μας σχίζουν τα χέρια.
Το νόημα της θάλασσας έχει χαθεί μακριά,
στους πρόποδες του όρους Ίδα,
εκεί όπου κανείς πια δεν είναι μαθημένος
στη δύναμη των κυμάτων.
Κάποιοι πεθαίνουν δίχως να μάθουν το νόημα της θάλασσας,
άλλοι το αποσιωπούν, μα εγώ σας λέω:
κάθε κύμα που υψώνεται πάνω από τον ορίζοντα
κραυγάζει για τη θάλασσα ανάμεσα στα πλευρά της γης
και για τη θάλασσα ανάμεσα στα δικά σου πλευρά,
που είναι η ίδια θάλασσα·
κάθε κύμα που υψώνεται πάνω από τον ορίζοντα
είναι η υπενθύμιση του μεγέθους,
που η κορυφή του ενδημεί μες στη σάρκα.

Πάρτι με σειρήνες

Εγώ δεν δέθηκα στο κατάρτι,
ούτε στ’ αυτιά μου έχυσα κερί.
Μέσα από τα βαρέλια ανέσερα ελιές σε άλμη,
φέτα και γλυκά ρόδια.
Τραγούδησα και χόρεψα στο κατάστρωμα
σαν αλλοπαρμένος,
δίχως να φοβηθώ τη φωνή τους.
Βλέποντας την τόλμη μου, δεν έφυγαν,
ούτε στη δίνη των νερών με παρέσυραν,
παρά τραγούδησαν μαζί μου και χόρεψαν,
σκεπάζοντάς με τις φτερούγες τους.
περάσαμε νύχτες ολόκληρες
κρυμμένοι σε απόκρυφους κόλπους
και χαρήκαμε καθετί που θα μπορούσαμε να είμαστε.
Εμείς ήμασταν οι τελευταίοι που είχαν δει τα θεμέλια του παλιού κόσμου,
εκεί όπου η θάλασσα προεκτεινόταν στο άγνωστο.

Lens/Φακός

Η γιαγιά Τάντσα, που τη φώναζαν Ρίτσα από μια κατσέλα παλαβή,
άπλωνε να στεγνώσουν
τα κάτασπρα σεντόνια της,
πριν από το μεσημέρι,
κι εγώ, σαν σε θέατρο, κρυβόμουν
και φανερωνόμουν πίσω τους στον κόσμο
με υποκλίσεις βαθιές, απαγγέλλοντας τον Όμηρο:
«…κι εκείνοι ξεκίνησαν μαζί,
έχοντας ο ένας τον άλλον ακριβό στην καρδιά του.»
Πόσο περήφανα ανάσαινα
το άρωμα του πικροκέρασου της πόλης μου·
τα κυανιούχα άλατα κολλούσαν σε έναν νωθρό υποδοχέα,
που δήλωνε ξαφνικά: έκπληξη!
Η κατσίκα δεχόταν καθημερινά τη φτυαριά ανάμεσα στα κέρατα
για ανυπακοή,
η Ρίτσα επέμενε σθεναρά πως έρχεται η συντέλεια του κόσμου,
ο άνεμος φιλτράριζε τα κόκκινα στείρα κατάλοιπα του μεταλλείου
μέσα από λευκούς φακούςαπλωμένους να στεγνώσουν.

Καλλίνικος

Στη γέννησή μου ο Ήλιος μισόκλεισε το βλέμμα,
καίγοντας τη γη με μια αχτίδα,
που υπήρχε η γραμμή εκκίνησης
για τον αγώνα του farmer`s walk
εντός ενός ενδύματος από κατακόκκινη σάρκα.
Έτσι διάβηκα το κατώφλι του κόσμου,
και στην προβλεπόμενη ηλικία
άρχισα να τον ποδοπατώ,
κυλώντας τις ιδέες μου μες στην έρημο
ώσπου απόμειναν σκλήθρες και φτερά.
Το βάδισμα είναι ένας παραπατών χορός
με βήματα που προσκρούουν στη ράχη της γης.
Τον γιο του Δία θα υμνήσω,
τον κραταιότερο ανάμεσα στους ανθρώπους,
που τα βήματά του είναι άξια επαίνου.
Τον θαρρούμε στα δώματα των αθανάτων,
όμως εκείνος τυγχάνει μεγαλοπρεπών τιμών
μέσα από τους βραχίονες και τη διάνοιά μας,
μέσα από τις καρδιές και τα βήματά μας.
Μεγάλη είναι η ισχύς του,
και μεγάλη η ευλογία που δωρίζει
στους θνητούς που γεννήθηκαν
όταν ο Ήλιος μισόκλεισε το βλέμμα,
καίγοντας τη γη με μια αχτίδα.

Παρατήρηση

Υπερθερμάναμε τα κυκλώματα
νομίζοντας πως έτσι είμαστε ζωντανοί,
επιθυμώντας να εμφυσήσουμε ζωή
σε ρεύματα γεννημένα μες στη δυαδικότητα.
Φτωχύναμε τον κόσμο από ιστορίες,
εξορίσαμε τις ιδρυτικές μορφές,
πάνω στον Τάρταρο στρώσαμε τσιμέντο,
γκρεμίσαμε τα σκαλιά του Ολύμπου·
με αυτόνομα ρομπότ απομυζήσαμε το μυστήριο
απ’ όλες τις γωνιές,
οι μηχανές επικυρώνουν την ανθρωπιά μας·
δεν μας απομένουν πολλά κλικ ακόμη
σε μοτοσικλέτες, διαβάσεις πεζών και γέφυρες,
ώσπου να αυτοαποκαλεστούμε αυτόνομες μονάδες.
Όμως ούτε οι θεοί, ούτε οι τιτάνες κοιμούνται,
ούτε ο Χριστός θυσιάζεται μάταια τις Κυριακές,
ούτε ο παντεπόπτης οφθαλμός μένει κλειστός.

No time for love

Στην οικονομία του σύμπαντος,
το να βλεπόμαστε φευγαλέα στον δρόμο,
έχει την ίδια αξία με το να περάσω μια ζωή πλάι σου.
Ποιο είναι το διακύβευμα της εκτόξευσης της ύλης
σε αποστάσεις παραισθησιογόνες;
Ποιος να τον ήθελε άραγε για παιδί του τον Κρόνο,
τόσο ακόρεστο και βαρύ;
Η βαρύτητα αλλάζει δέρμα
με κάθε γενιά αστροφυσικών·
και δεν γνωρίζουμε γι’ αυτήν αν είναι δύναμη
ή μονάχα μια παρενέργεια της αγάπης.
Αυτή η αγάπη δεν είναι σαν την δική μας,
παρά ένα κβαντικό καπρίτσιο
που ο ουρανίσκος το νιώθει σαν ένα ποτήρι γλυκό νερό,
πιωμένο μετά από ένα με θαλασσινό νερό·
ίσως όλες οι απαντήσεις
να βρίσκονται στη θάλασσα.

Βλαστοί και κλώνια

Δεν έφυγα από κοντά σου,
μονάχα τα σώματά μας οξειδώνονται και σωριάζονται,
μα η αίθουσα της καρδιάς δεν σκιάζεται ποτέ.
Είναι σημάδι πως ο ένοικός της είναι ον αειθαλές,
κι τα μαθηματικά του είναι παράλληλα με εκείνη των ατόμων.
Στην άκρη του νερού σε εξορκίζω να τον καλέσουμε,
να μας δεις και τους δύο πώς βλαστάνουμε από τον ίδιο κορμό.
Κι αν αντικρίσεις κι άλλους όμοιους με εμάς
να μην οργιστείς με τη χαρά τους·
δεν γράφεται πουθενά πως η αγάπη των δύο
είναι ο μόνος νόμος ανάμεσα στα άστρα.

Παρέλαση

Τα πρόσωπα περνούν από μπροστά μου με μάτια υαλώδη
κοιτάζοντας τον κόσμο από ψηλά, με γερασμένους μαύρους κύκλους.
Κουδουνίζουν τα αξιώματα και τα πλούτη, για ν’ ακουστεί καλά ο χρυσός·
έλα, διάλεξε μια μορφή για να την υπηρετήσεις πιστά,
ώσπου καθετί που επιθυμείς να γίνει δικό σου.
Τα συμβόλαια γράφονται στο δέρμα και υπογράφονται
με μακριές βελόνες, εμποτισμένες με φαρμάκι και χολή,
πάνω στην τρομαγμένη από τη ζωή καρδιά, που αντλεί ζωή.
Για ένα μέλλον λαμπερό σαν την ψυχή σου,
που θα γεμίσει τα υπόστεγα της επιλεγμένης μορφής
και θα θρέψει την αλαζονεία της ανά τους αιώνες,
υπόγραψε!
Έλα, γράψε πάνω στη ζωντανή σου καρδιά τα δεσμά του θανάτου·
ο θάνατος είναι δύο λογιών,
κι ορισμένοι γεννιούνται ήδη νεκροί και μας στοιχειώνουν,
μονάχα για να μην είναι ο κόσμος αδειανός.
Με κάθε τίμημα έρχεται το καθετί, και προπάντων η σκλαβιά
που ονομάζεται χρέος, για το οποίο ανακοινώνεται η ακριβής ώρα κάθε μέρα.
Οι αλυσίδες που σέρνονται δεν ακούγονται πια μες στην ομίχλη της αμνησίας,
τα ξεραμένα από τον χρόνο πόδια πλέχτηκαν σε έναν κορμό,
απ’ τα ψηλά κλαδιά κρέμονται απαγχονισμένες οι ψευδαισθήσεις.

Όχι, δεν είναι εκείνο το ζωντανό δέντρο της γνώσης·
η κακοκαιρία παιδεύει τούτο δω
σαν πόνο πάνω σε σάρκα ζωντανή.
Έλα, κατάπιε τον κόμπο και υπόγραψε, η ζωή δεν σε περιμένει·
τα πρόσωπα περνούν από μπροστά μου με μάτια υαλώδη,
κοιτάζοντας από ψηλά τον κόσμο σαν βιτρό ραγισμένα από μετεωρίτες.
Ψεύδονται όσοι λένε πως απ’ αυτά έρχεται το φως·
άγγελοι και δαίμονες φοβούνται τη θάλασσα εξίσου,
η καταιγίδα της είναι κατακλυσμός και αποκάλυψη μαζί.

Scala ad caelum

Εκεί που κοιμάμαι, υψώνεται ένας αιχμηρός πύργος
μέχρι ένα αστέρι που τρεμοπαίζει μπλε.
Πέρα από την αϋπνία της σπασμένης σιωπής
υπάρχει μια ταξιδεύουσα πόλη
που καίγεται τρελή
με δισεκατομμύρια γλώσσες
μια γιγάντια καντάτα σε ψυχρό φάσμα.
Μόνο το όνειρο γλιστράει μέσα από τον πυκνό
πυρήνα του λουόμενο σε δίνες ηλεκτρονίων
και πυρήνων που αναδεύονται από μια ορμητική επιθυμία.
Η απόκρυφη σύντηξη των επιπέδων γεννά μονοπάτια
μέσα από τα οποία ρέω
κρύα σταγόνα με κρύα σταγόνα πίσω
εκεί όπου κοιμάμαι.

Category:

,